ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΘΕΪΣΜΟΣ (ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ)

ΟΡΙΣΜΟΙ

Ὁ Φασισμὸς καὶ ὁ Ναζισμὸς ἀποτελοῦν τὸν κατ’ ἐξοχὴν τύπο ὁλοκληρωτικῆς διακυβέρνησης, ἕνα “ἰδιότυπο πολιτικὸ φαινόμενο”[1], σχετίζονται δὲ μὲ τρεῖς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις:

τὴν περίοδο τοῦ Ἰμπεριαλισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀλλάζουν καὶ ἀναδιατάσσονται μὲ βίαιο τρόπο οἱ συσχετισμοὶ μεταξὺ τῶν ἐθνικῶν κρατῶν καὶ ἡ δυναμική τους ἐντὸς τῆς ἰμπεριαλιστικῆς ἁλυσίδας, ἀλλὰ καὶ ἡ ταξικὴ συγκρότησι στὸ ἐσωτερικὸ αὐτῶν τῶν κρατῶν-κρίκων, ποὺ τὴν ἀπαρτίζουν (λ.χ. ἡ δημιουργία τῆς λεγομένης ἐργατικῆς ἀριστοκρατίας[2]),

τὴν οἰκονομικὴ κρίσι, κατὰ τὴν περίοδο τῆς ὁποίας ἐξαθλιώνονται μὲ γοργοὺς ρυθμοὺς τὰ μικρομεσαῖα κοινωνικὰ στρώματα -οἱ ἔως πρό τινος ψηφοφόροι τῶν κομμάτων τοῦ Κέντρου- τὰ ὁποῖα ἀναζητοῦν ἀγωνιωδῶς πολιτικὸ ἐκφραστή-σωτῆρα, ἀπογοητευμένα ἀπὸ τὴν κατάρρευσι τοῦ πολιτικοῦ συστήματος, ποὺ ἐπιφέρει ἡ κρίσι αὐτὴ καί,

τὴν ὁλοκληρωτικὴ ὀργάνωσι, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελέσῃ, κατ’ ἀρχάς, τὸ πρόπλασμα καί, κατόπιν, τὸν συνεκτικὸ ἱστὸ μεταξὺ τῶν ἀντιτιθεμένων κοινωνικῶν ὁμάδων, διαχωρίζοντας τοὺς  καλούς (συμφωνοῦντες) ἀπὸ τοὺς κακούς (διαφωνοῦντες), ὅπως ἡ Ἐκκλησία πού –πρώτη στὴν Δύσι- εἰσήγαγε τὴν ποινικοποίησι τῆς ἑτερότητος, θεωρῶντας την ἀντανάκλασι τοῦ θείου κακοῦ στὸν αἰσθητὸ κόσμο[3]· οἱ “ἄλλοι” θεωροῦνταν: ἱερόσυλοι, μιαροί, παγανιστές, αἱρετικοί, ἀπωλολότες κ.ἄ. ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμὸς ἢ ὡς στιγματισμένοι-διαφωνοῦντες μὲ τὸ ἐπίσημο καὶ καθεστημένο δόγμα: προδότες, μιάσματα, ἐχθροὶ τοῦ ἔθνους κ.ἄ.

Κι ἐνῷ ὅλοι οἱ μελετητὲς ὁμοφωνοῦν γενικῶς γιὰ τὰ δύο πρῶτα αἴτια, σχεδὸν κανεὶς δὲν ἀναφέρεται στὸ ἀρχέτυπο τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ, στὴν Ἐκκλησία[4], τοῦ Κ. Γιοὺνγκ ἐξαιρουμένου. Πρέπει νὰ εἴμαστε ἀπολύτως σαφεῖς: δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ καὶ δὲν ἔχει ὑπάρξει ποτὲ καὶ πουθενὰ φασιστικὴ διακυβέρνησι, ἐὰν δὲν συντρέχουν καὶ οἱ τρεῖς αὐτές -ἱκανὲς καὶ ἀναγκαῖες- συνθῆκες. Ἐπίσης, δὲν πρέπει νὰ συγχέουμε τὸν φασισμὸ μὲ τὴν τυραννικὴ πολιτεία τῆς ἀρχαιότητος ἢ μὲ ὁποιοδήποτε αὐταρχικὸ καθεστώς (λ.χ. τὸ κράτος ἐκτάκτου ἀνάγκης, τὸ λεγόμενο νεοφιλελεύθερο λιγότερο κράτος), ἀκόμη καὶ μὲ τὶς ἐπιβαλλόμενες ἔξωθεν δικτατορίες τῶν “μπανανιῶν”, παρὰ τὸ ὅτι ὑφίσταται μία κάποια ἐξωτερικὴ σχέσι μεταξύ τους. Ὁ αὐθεντικὸς φασισμὸς διαφέρει ἀπὸ ὅλα τὰ ἀνωτέρω πολιτεύματα περιωρισμένης δημοκρατίας, στὸ ὅτι προϋποθέτει τὴν λαϊκὴ ὑποστήριξι, ἡ ὁποία προκύπτει ἐν πολλοῖς ἀπὸ τὴν σφοδρὴ καταγγελλιολογία ἐναντίον τῶν παλαιῶν κομμάτων, τὸν προεκλογικὸ λαϊκισμὸ καὶ στὸ ὅτι δημιουργεῖ μία  ἄλλη μορφὴ κράτους, ἐντελῶς διαφορετικὴ ἀπὸ αὐτὴν τοῦ κλασσικοῦ ἀστικοῦ κράτους ποὺ γνωρίσαμε· τὶς ἐπισημάνσεις αὐτὲς εἶχε διατυπώσει ὁ Γκ. Δημητρώφ -πρὶν ἀπ’ αὐτὸν ὁ Λ. Τρότσκυ- ἤδη ἀπὸ τὸ 7ο συνέδριο τῆς Διεθνοῦς (1935)[5].

Συνεπῶς, ὁ Φασισμὸς συνίσταται στὴν πλήρη ἀπαγόρευσι τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ στὴν ὁλοκληρωτικὴ παρακολούθησι τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν, τὴν πλειονότητα τῶν ὁποίων θεωρεῖ καὶ μεταχειρίζεται, “νομίμως”, ὡς κατώτερους (ἄτομα, τάξεις καὶ φυλές)· αὐτὴν τὴν ὁλοκληρωτικὴ νοοτροπία παρατηροῦμε, ἐν πρώτοις, μετὰ τὴν ἐπικράτησι τοῦ Χριστιανισμοῦ καί, γιὰ νὰ λέμε τὰ πράγματα μὲ τ’ ὄνομά τους, μετὰ τὸ διάταγμα τοῦ Κωνσταντίνου περί (κατάργησης κατ’ οὐσίαν τῆς) Ἀνεξιθρῃσκίας (Μιλάνο, 313μ.Χ.) τὸ ὁποῖο κατέστησε τὴν Ἐκκλησία ἐπίσημη καί, κυρίως, μοναδικὴ θρῃσκεία στὸ ἀχανὲς ρωμαϊκὸ imperium. Ἑπομένως, ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι, μετατρέπονται σὲ παράνομους, ἡμιπαράνομους καὶ νομίμως διωκόμενους, ἐνῷ ἐπιτρέπεται ἐναντίον τους ὁποιαδήποτε σύστασι, δίωξι, καταδίκη, ἀκόμη καὶ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου. Γιὰ πρώτη φορὰ στὴν εὐρωπαϊκὴ ἱστορία διώκεται τὸ θρῃσκευτικὸ φρόνημα τῶν πολιτῶν. Ἡ “Ἀντιπαγανιστικὴ Νομοθεσία” τοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους εἶναι ἀπολύτως σαφής:

ἐπιθυμοῦμε νὰ κλείσουν ἀμέσως ὅλοι οἱ ναοί, σὲ ὅλους τοὺς τόπους καὶ σὲ ὅλες τὶς πόλεις καὶ νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ εἴσοδος σ’ αὐτούς, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἔχουν τὴν δυνατότητα, οἱ ἀπωλολότες νὰ διαπράξουν ἁμαρτία. θέλουμε ἐπίσης νὰ ἀπέχουν ὅλοι ἀπὸ τὶς θυσίες. ἂν ὅμως τύχῃ καὶ κάποιος διαπράξῃ τὸ ἀδίκημα, θὰ τιμωρηθῇ μὲ ἀποκεφαλισμό[6].

Ἂς διερευνήσουμε τώρα καὶ περιεχόμενο τῶν ὅρων Παγανισμός, Εἱδωλολατρία καὶ Πολυθεϊσμός· ὁ τελευταῖος ὅρος θεωρῶ, ὅτι ἀποδίδει πιὸ ὀρθὰ τὸ νόημα ποὺ θέλουμε νὰ δώσουμε σ’ αὐτὴν τὴν “ἐπιστροφή” μας. Σὺν τοῖς ἄλλοις, δὲν μᾶς ἀφαιρεῖ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ αὐτοπροσδιορισμοῦ, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνῃ, ὅτι οἱ δύο πρῶτοι ὅροι εἶναι ἐντελῶς λανθασμένοι· μὲ τὸν λατινικὸ ὅρο paganis (σ.σ. χωρικοί) ἀποκαλοῦσαν ὑποτιμητικὰ στὸ ὁλοκληρωτικὸ Βυζαντινὸ Κράτος, αὐτοὺς ποὺ ἐπέμεναν στὴν περιωρισμένη, λόγῳ τῆς κατεδαφίσεως τῶν ἱερῶν καὶ τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν τελετῶν, λατρεία τῶν θεῶν καὶ τῶν ἡρώων τῶν προγόνων. Λέγοντας περιωρισμένη, ἐννοῶ κάποιες ἐπιβιώσεις τῆς θρῃσκείας μας, ὅπως λ.χ. τὶς διονυσιακὲς ἑορτὲς τῆς γονιμότητας, τὴν μεταμφίεσι, τὴν φαλλοφορία καὶ τὴν βωμολοχία ἢ τὸ θέατρο, ἀπαγορευμένο καθ’ ὅλην τὴν βυζαντινὴ περίοδο. Ὁ ὅρος εἱδωλολατρία δὲν εἶναι ὑβριστικός, ὅπως μᾶς ἔχουν ἐπιβάλλει νὰ πιστεύουμε, παρὰ τὸ ὅτι ἡ χρήση του φαίνεται ὑποτιμητική. Συνδέεται μὲ τὸ εἵδωλο (ἢ καὶ ἑδώλιο), καὶ τὸ ἄγαλμα (τὸ ὁποῖο βλέπω καὶ ἀγάλλομαι[7]), δηλαδὴ μ’ αὐτὸ καθ’ αὑτὸ τὸ λατρευτικὸ ἀντικείμενο, τὸ μέσον δηλαδὴ μὲ τὸ ὁποῖο ἐπικοινωνῶ μὲ τὸ θεῖον. Λόγῳ τῆς ἰουδαϊκῆς της καταγωγῆς, ἡ πρώτη Ἐκκλησία ἐπρέσβευε τὴν ἀνεικονικὴ λατρεία, κληροδότημα καὶ αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἀρχαία περσικὴ θρῃσκεία τῶν Μάγων[8], ἐξ οὗ καὶ ἡ καταστροφικὴ μανία ἔναντι τῶν ἀγαλμάτων, ἀλλὰ καὶ οἱ ἕριδες τῆς περιόδου τῆς Εἰκονομαχίας· ἑπομένως, ὁποιοσδήποτε χρησιμοποιεῖ στὸ τελεστικό του λατρευτικὰ ἀντικείμενα, ἀγάλματα ἢ καί ... εἰκόνες, θεωροῦνταν καὶ θἄπρεπε -ἀκόμη- νὰ θεωρῆται εἱδωλολάτρης.

Θεωρῶ τὸν ὅρο Πολυθεϊσμὸς πιὸ ἀντιπροσωπευτικό, καθὼς ἀποδίδει τὴν οὐσία τῆς κινήσεώς μας, γιὰ πολλοὺς λόγους. Ἐν πρώτοις, διότι λατρεύουμε πολλοὺς θεοὺς καὶ ὄχι ἕναν (Ἰουδαϊσμὸς καὶ Ἰσλάμ) ἢ ἕναν ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν (Χριστιανισμός)· ἐπίσης, διότι ἑτυμολογεῖται στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ μὲ πλήρη εὐκρίνεια (πολλοὶ θεοί), ἀλλὰ καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν ἀφήνει περιθώρια παρερμηνειῶν, ἐκ μέρους ἐνίων συνελλήνων-ἀρχαιολατρῶν (...), οἱ ὁποῖοι, θέλοντας νὰ συμβιβάσουν τὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν Ἐκκλησία, δηλαδὴ τὰ ἀσυμβίβαστα, διαστρεβλώνουν τὴν οὐσία τῆς θρῃσκείας τῶν προγόνων, ὁμιλοῦν περὶ ἀρχαιοελληνικοῦ μονοθεϊσμοῦ κ.λπ. Σ’ αὐτὴν τὴν ἐπιστροφὴ ἐντάσσουμε, ἐκτὸς τῆς λατρείας, ὅλες τὶς τέχνες καὶ τὶς ἐπιστῆμες ποὺ ἄνθισαν στὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ κόσμο καὶ ποὺ ἐπιθυμοῦμε νὰ ἐπαναφέρουμε στὴν αὐθεντικότητά τους· ἡ Φιλοσοφία μὲ τὶς σχολές της (ἀπόψεις ἢ αἱρέσεις), τὰ εὐκλείδεια Μαθηματικά (Γεωμετρία, Ἀριθμητική, Ἀστρονομία καὶ Μουσική), ἡ ἀριστοτελικὴ Λογική, ἡ μοναδικὴ Αἰσθητικὴ τῶν Ναῶν (Ἀρχιτεκτονικὴ καὶ Γλυπτική), ἡ Ἀγγειοπλαστική, ἡ ἱπποκρατικὴ Ἰατρική (πρόληψι καὶ κατόπιν ἴασι τοῦ αἰτίου καὶ ὄχι τοῦ συμπτώματος), ἡ Πολιτικὴ τοῦ τίς ἀγορεύειν βούλεται ἀποτελοῦν μερικὲς ἐκφράσεις ἑνὸς ἑνιαίου πολυθεϊστικοῦ συνόλου. Τί σχέσι ἔχουν ὅλα τὰ ἀνωτέρω μὲ τὸν Φασισμό;




[1]. ΠΟΥΛΑΝΤΖΑ, Ν. (2006). Φασισμὸς καὶ Δικτατορία, σ. 9, Θεμέλιο.
[2]. ΛΕΝΙΝ (1978). Ἰμπεριαλισμός, σσ. 14, Θεμέλιο.
[3]. Γιὰ νὰ εἴμαστε δίκαιοι καὶ συνεπεῖς μὲ τὶς ἀρχές μας, ὀφείλουμε νὰ σημειώσουμε ὅτι τὸ κακὸν στὸν θεῖο κόσμο εἰσάγεται ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τῆς ἀρχαίας περσικῆς θρῃσκείας· ὁ Δ. ΛΑΕΡΤΙΟΣ (Βίοι Φιλοσόφων, Προοίμιον, Α, 8) μᾶς πληροφορεῖ ὅτι: δύο κατ’ αὐτοὺς εἶναι ἀρχάς, ἀγαθὸν δαίμονα καὶ κακόν.
[4]. Κατὰ τὸν Θ. ΠΕΛΕΓΡΙΝΗ (2004). Λεξικὸ τῆς Φιλοσοφίας, σ. 616, Ἑλληνικὰ Γράμματα, στὸν ὁρισμὸ τοῦ φασισμοῦ, ὅτι φ. εἶναι “ἕνα ἀστικοῦ τύπου καθεστώς, τὸ ὁποῖο χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὸν ὁλοκληρωτισμό, ἤτοι τὴν κατάργησι τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τὸν δικτατορικό –μαζὺ μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται- τρόπο ἄσκησης τῆς ἐξουσίας” ἀπουσιάζει ὁποιαδήποτε ἀναφορὰ στοὺς παράγοντες ποὺ τὸν συνιστοῦν.
[5]. ΠΟΥΛΑΝΤΖΑ, Ν. (2009). “Οἱ πολιτικὲς μορφὲς τοῦ στρατιωτικοῦ πραξικοπήματος”, στὸ Κείμενα, Μαρξισμός, Δίκαιο, Κράτος, σσ. 229, Νῆσος καὶ ΠΟΥΛΑΝΤΖΑ, Ν. Φασισμὸς καὶ Δικτατορία, σ. 73
[6]. CODEX THEODOSIANUS (2000). De Paganis, Sacrificiis et Templis, 16.10.4, σ. 51, Κατάρτι.
[7]. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ, Ι. (2002). Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Γλώσσης, σ. 15, Βιβλιοπρομηθευτικὴ καὶ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ, Περὶ ἀγαλμάτων, 1: θαυμαστὸν δὲ οὐδὲν ξῦλα καὶ λίθους ἡγεῖσθαι τὰ ξόανα τοὺς ἀμαθεστάτους, καθὰ δὴ καὶ τῶν γραμμάτων οἱ ἀνόητοι λίθους μὲν ὁρῶσι τὰς στήλας, ξῦλα δὲ τὰς δέλτους, ἐξυφασμένην δὲ πάπυρον τὰς βίβλους.
[8]. Δ. ΛΑΕΡΤΙΟΥ, Βίοι Φιλοσόφων, Προοίμιον, Α, 9: τὰ μέντοι ἀγάλματα εἰκότως καθαιρεῖν (σ.σ. ὁ Ξέρξης ὅταν κατέλαβε τὴν Ἀθήνα, τὸ 480π.Χ.).

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΣΤΗΝ "ΠΟΛΙΤΕΙΑ"

ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΝΟΣ ΣΤΙΣ 25 ΙΟΥΝΙΟΥ

ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΩΝ ΤΗΝ 7η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ